βακχευτής

βακχευτής
ο (Α βακχευτής, ο, θηλ. βακχεύτρια, η)
αυτός που κατέχεται από βακχική μανία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Βακχευτής — a Bacchanal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτής — a Bacchanal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευταί — Βακχευτής a Bacchanal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευταί — Βακχευτής a Bacchanal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτοῦ — Βακχευτής a Bacchanal masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτοῦ — Βακχευτής a Bacchanal masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτᾷ — Βακχευτής a Bacchanal masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτᾷ — Βακχευτής a Bacchanal masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτήν — Βακχευτής a Bacchanal masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτήν — Βακχευτής a Bacchanal masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”